Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΣΟΥ ΛΕΝΕ ΕΦΤΑΙΓΕ Η ΕΥΑ - ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Για την Εύα, απόφοιτο γραμματειακών σπουδών, παντρεμένη με παιδιά η ανεύρεση εργασίας δεν αποτελεί και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Σε όποια δουλειά κι αν πάει έχει να αντιμετωπίσει πιεστικά αφεντικά που προσπαθούν να εξασφαλίσουν από αυτήν κάτι περισσότερο από τις ικανότητες της στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Άνεργη εδώ και αρκετό καιρό προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει κάτι, περισσότερο για να γλυτώσει από την γκρίνια του άντρα της, τη στιγμή που η κολλητή της φίλη, η Μυρτώ της συμπαρίσταται όσο μπορεί παρόλο που έχει να αντιμετωπίσει τα δικά της τρελά … συναισθηματικά προβλήματα.

Ένας άντρας που θα εισβάλει στη ζωή της κάτω από κωμικοτραγικές συνθήκες θα φέρει τα πάνω – κάτω υποχρεώνοντας την να αναθεωρήσει τελικά ακόμη και τις αρνητικές απόψεις της περί.. απιστίας.

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Το μονοπάτι των ονείρων


Η Άννα κινήθηκε ίσια με τα μάτια της να λάμπουν από χαρά. Το αγαπημένο της μονοπάτι απλωνόταν μπροστά της πιο πράσινο από ποτέ. Πάνω ψηλά, οι αχτίδες του ήλιου διαπερνούσαν τις πυκνές φυλλωσιές... Η ατμόσφαιρα μύριζε χαρούπι και ελιά. Κάποιος την κρατούσε από το χέρι. Ήταν ο Γρηγόρης... Ο φίλος της.. Ήταν κοντά της. Αλήθεια ήταν κοντά της...
Ξαφνικά… όλα άλλαξαν… Η Άννα έμεινε μόνη σ’ ένα σκοτάδι πυκνό. Χωρίς το Γρηγόρη να την συντροφεύει, χωρίς το μονοπάτι που τόσο αγαπούσε...
Μια σκιά που βρέθηκε πίσω της, της έφερε ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στο κορμί. Μια εχθρική σκιά που έκανε τις αισθήσεις της να αδρανούν. Με την καρδιά να σφίγγεται στα σωθικά άρχισε να τρέχει…


Δυο παιδιά στα δεκατρία τους. Ένα χωριό στους πρόποδες ενός λόφου. Μια αθώα αγάπη που ζωντανεύει μέσα σε μια ταραγμένη εποχή. Ένα άγγιγμα, ένα πεταχτό φιλί και ένας παντοτινός όρκος υπογεγραμμένος με αίμα... Και έπειτα η βίαιη απομάκρυνση… Η αρπαγή… και ο πόνος... Ο απέραντος, ο φρικτός πόνος. Και μια υπόσχεση...
«Θα έρθω και θα σε βρω Άννα.. Όπου κι αν πας.. Στ’ ορκίζομαι»...


Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, ικανό να κρατήσει το αναγνώστη μέχρι το τέλος.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Βιβλίο - Ο άγγελος της ομίχλης


Ήταν Νοέμβριος, μα ο ήλιος θέριευε το βλέμμα. Και η γαλάζια, απέραντη θάλασσα, μπλε σκούρα σε ορισμένα σημεία, ενώ ριγούσε από την παγωνιά, που έγδερνε το δέρμα, κάτω από τις αχνές αχτίδες γινόταν λεία και ήρεμη και λαμπίριζε και γυάλιζε, θαρρείς, και έπεφταν πάνω της κομμάτια από ασήμι.
Όταν μάλιστα το, περίεργα, ελαφρύ αγέρι στεφάνωνε με άσπρους αφρούς τα κύματα, καθώς εκείνα έσπαγαν, κατά περιόδους, πάνω στα γύρω βράχια θα έλεγε κανείς, πως ο ουρανός, ο πλατύς, φθινοπωριάτικος, άχρωμος ουρανός έσταζε σε αυτήν αστέρια, φωτισμένα αλλιώτικα, που την έκαναν πιότερο να λάμπει.
Η Κατερίνα ίσιωσε προς τα πίσω τα μαύρα, κυματιστά, μακριά της μαλλιά και σκούπισε απαλά με την άκρη μιας πετσέτας τα πράσινα, κοκκινισμένα της μάτια που είχαν, σχεδόν, δακρύσει από την αλμύρα.
Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα λεπτά από τη στιγμή που είχε βγει από το νερό - η κατάμαυρη στολή του δύτη, που κάλυπτε το κορμί της ήταν ακόμη βρεγμένη - όμως λάτρευε τόσο πολύ την αίσθηση των υδάτινων στάλων, που γλιστρούσαν σαν ρυάκια πάνω στο καθάριο της δέρμα, μαζί και τη γεύση του αλατιού στα χείλια της, που δεν την απασχολούσε και πολύ. Ακόμη και εκείνο τον καιρό που έκανε τόσο κρύο και η παγωνιά τρυπούσε σαν καρφιά το δέρμα.
Άφησε τη ματιά της να ταξιδέψει ολόγυρα, ενώ λεπτά μονοπάτια από φως σέρνονταν μέσα στις βαθιές σκιές των μαλλιών της, παιχνιδίζοντας ελαφρά, όπως ακριβώς έκαναν με τα νερά της θάλασσας.
Η παραλία, τελείως, έρημη συνέχισε να μαγνητίζει το βλέμμα της. Όσες φορές κι αν αντίκριζε τούτη την εικόνα, δεν φαινόταν στα μάτια της να έχανε ποτέ τη μαγεία της. Όπως δεν την είχαν χάσει χρόνια ολάκερα, από τότε που ο πατέρας της αγόρασε εκείνο το σπίτι, καμιά εικοσαριά μέτρα μακριά από το ακρογιάλι, οι φωτιές από τα τόσα ηλιοβασιλέματα που είχε ατενίσει.