
Ήταν Νοέμβριος, μα ο ήλιος θέριευε το βλέμμα. Και η γαλάζια, απέραντη θάλασσα, μπλε σκούρα σε ορισμένα σημεία, ενώ ριγούσε από την παγωνιά, που έγδερνε το δέρμα, κάτω από τις αχνές αχτίδες γινόταν λεία και ήρεμη και λαμπίριζε και γυάλιζε, θαρρείς, και έπεφταν πάνω της κομμάτια από ασήμι.
Όταν μάλιστα το, περίεργα, ελαφρύ αγέρι στεφάνωνε με άσπρους αφρούς τα κύματα, καθώς εκείνα έσπαγαν, κατά περιόδους, πάνω στα γύρω βράχια θα έλεγε κανείς, πως ο ουρανός, ο πλατύς, φθινοπωριάτικος, άχρωμος ουρανός έσταζε σε αυτήν αστέρια, φωτισμένα αλλιώτικα, που την έκαναν πιότερο να λάμπει.
Η Κατερίνα ίσιωσε προς τα πίσω τα μαύρα, κυματιστά, μακριά της μαλλιά και σκούπισε απαλά με την άκρη μιας πετσέτας τα πράσινα, κοκκινισμένα της μάτια που είχαν, σχεδόν, δακρύσει από την αλμύρα.
Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα λεπτά από τη στιγμή που είχε βγει από το νερό - η κατάμαυρη στολή του δύτη, που κάλυπτε το κορμί της ήταν ακόμη βρεγμένη - όμως λάτρευε τόσο πολύ την αίσθηση των υδάτινων στάλων, που γλιστρούσαν σαν ρυάκια πάνω στο καθάριο της δέρμα, μαζί και τη γεύση του αλατιού στα χείλια της, που δεν την απασχολούσε και πολύ. Ακόμη και εκείνο τον καιρό που έκανε τόσο κρύο και η παγωνιά τρυπούσε σαν καρφιά το δέρμα.
Άφησε τη ματιά της να ταξιδέψει ολόγυρα, ενώ λεπτά μονοπάτια από φως σέρνονταν μέσα στις βαθιές σκιές των μαλλιών της, παιχνιδίζοντας ελαφρά, όπως ακριβώς έκαναν με τα νερά της θάλασσας.
Η παραλία, τελείως, έρημη συνέχισε να μαγνητίζει το βλέμμα της. Όσες φορές κι αν αντίκριζε τούτη την εικόνα, δεν φαινόταν στα μάτια της να έχανε ποτέ τη μαγεία της. Όπως δεν την είχαν χάσει χρόνια ολάκερα, από τότε που ο πατέρας της αγόρασε εκείνο το σπίτι, καμιά εικοσαριά μέτρα μακριά από το ακρογιάλι, οι φωτιές από τα τόσα ηλιοβασιλέματα που είχε ατενίσει.